13.11.22

Πηγαινοέρχομαι

Ποια η διαφορά του πηγαίνω και του έρχομαι;
Και ποιος ο κοινός τόπος; 
Υποθέτω η κίνηση. 
Το έρχομαι όμως δεν υπαινίσσεται μια κίνηση προς τον Άλλον;
Έρχομαι εκεί που είσαι. 
Ενυπάρχει ένα σημείο συνάντησης, ένας προορισμός. 
Τι γίνεται όμως με το πηγαίνω; 
Υπάρχει κάποιος εκεί που πηγαίνω; 
Πού πηγαίνω;

Πηγαίνοντας θα σε συναντήσω; 
Ερχόμενη θα σε βρω; 

Καμιά φορά έχω την αίσθηση ότι πηγαινοέρχομαι. 

29.10.22

Απολεσθέντα αντικείμενα

Μη ξεχάσεις να βάλεις στη βαλίτσα σου τις απουσίες.
Στρίμωξε τες μαζί με τις απώλειες, 
ανάμεσα στις αναμονές.
Κλείσε καλά τη βαλίτσα, 
μη και ανοίξει κατά το ταξίδι 
και ξεφύγει καμία.
Κουβάλησε τη μέχρι το τρένο,
κι ας σε καθυστερεί το βάρος της στο περπάτημα. 
Φτάσε με μια ανάσα στο σταθμό 
και σήκωσε τη μαζί με εσένα στο βαγόνι. 
Κι όταν φτάσεις στον προορισμό, 
μην αναρωτηθείς όταν την ανοίξεις και είναι άδεια. 
Τρέξε να δηλώσεις τα απολεσθέντα αντικείμενα. 
Κι όσο περιμένεις την εύρεση τους, 
προσπάθησε να θυμηθείς 
τι ακριβώς πήρες μαζί σου,
και τι δε χώρεσε να πάρεις. 


10.7.22

Πόρτες

Πόρτες μισάνοιχτες, με χαλασμένες κλειδαριές που τις πηγαίνει πέρα δώθε ο αέρας.

Άλλοτε σφυρίζει, άλλοτε βροντάει.

Άλλοτε ακούς το σύρσιμο, άλλοτε κοπανάνε και τρομάζεις.

Και σου έλεγα ρε γαμώτο, φτιάξε αυτές τις κλειδαριές.

Τουλάχιστον να κλειδώνουν, να μην κάνουν φασαρία από τον αέρα, να μην μπαίνουν νερά από τη βροχή.

Και τώρα μείναν έτσι.

Κι αναρωτιέμαι, γιατί δεν τις έφτιαχνα εγώ; 

Μάλλον δεν ήθελα να τις κλειδώσω.

Ίσως και να μην ήξερα από ποια πλευρά της πόρτας ήθελα να μείνω, όταν θα κλείδωνε.


15.5.22

Σκέψεις στο ρου του χρόνου

Η σκέψη που συναντά τη λέξη, που της δίνει εικόνα, ήχους και μορφή. Το πρόσωπο που συναντά στη συνέχεια η λέξη, που το γδύνει, το ντύνει, το κεντάει με προτάσεις, ήχους, υφάσματα και που αγκαλιάζει το κορμί. Ή που το σφίγγει καμιά φορά. Ή που το πονάει. Άλλοτε το ζεσταίνει, το επενδύει. 

Προτάσεις-πρόσωπα, λέξεις-σκέψεις, σκέψεις-λέξεις, λέξεις-πράξεις. Πράττω, δρω, αντιδρώ. Περιστρέφομαι και σκέφτομαι. Τι είναι δικό μου; Τι ήταν δικό μου και θέλω να το κρατήσω δικό μου. Και κάθε φορά που το ακουμπάω το δικό μου, ηρεμώ. Συνδέομαι κάπως και αυτό μου προκαλεί μια περίεργη ηρεμία. Ο τόπος μου. 

Πολλές οι σκέψεις, οι επιθυμίες και οι αναμονές. Αρκετά και τα κρατήματα και οι ματαιώσεις. Το ένα δίνει πάσα στο άλλο και προχωρώ. Προχωρώ επιθυμώντας, λαχταρώντας, κρατώντας. Αλλά και μη γνωρίζοντας και ακολουθώντας τη ροή. 

2.2.22

Προς του επίμονους

Το να μην μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο, είναι καμιά φορά (και) ανακούφιση.



12.11.21

Κούφιο ή και μη

Περπατώντας προς την στάση, είδα τρία με τέσσερα λεωφορεία να περνάνε, να με προσπερνάνε και να μην προλαβαίνω να τα φτάσω. Άμεσο το συναίσθημα της δυσφορίας και η αίσθηση της γκαντεμιάς. Φτάνοντας στην στάση, βλέποντας τον χρόνο αναμονής, αποφάσισα να το πάρω με τα πόδια. Καιρό είχα λέω. Τελικά στον δρόμο, βλέποντας τα λεωφορεία να περνάνε και εμένα να έχω αποφασίσει αυτή τη φορά να πάω με τα πόδια, τα λεωφορεία να περνάνε κατέληξαν να είναι ένα ευχάριστο θέαμα. 

13.4.21

Σταγόνες, πάνω στο δέρμα σου κυλάνε. Χώνονται στις ρωγμές του, διασχίζουν τις γραμμές της παλάμης σου και φθάνουν στο χείλος του γκρεμού, το δάχτυλό σου. Το σηκώνεις και τους δίνεις ορμή να κυλήσουν προς τα πίσω. Ξαναπερνάνε από τα ποτάμια των χεριών σου. Κάνουν σβούρες στον καρπό σου και εσύ τον λυγίζεις και τον γυρνάς απαλά και ρυθμικά, δίνοντας τους διαδρομές. 

Σταγόνες βουβές. 

Σταγόνες χορευτές πάνω στο κορμί σου.